Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012


Οι βλαβερές συνέπειες της Δημοκρατίας.

Από την εποχή του πρώτου μνημονίου, τον Μάιο του 2010, είχε γίνει φανερό ένα «μείζον» πολιτικό πρόβλημα. Αν δεν περιοριζόταν η ποικιλία των απόψεων για τις επιλογές της κυβέρνησης, όπως επίσης και η κριτική στην πολιτική της συμπεριφορά, το πολίτευμα αντιμετώπιζε τον σοβαρό κίνδυνο να παραδωθεί στους κινδύνους της Δημοκρατίας. Αλλωστε, η κυβέρνηση δεν έκανε του κεφαλιού της. Εκτελούσε εντολές και σχεδιασμούς ξένων τεχνοκρατών, που γνώριζαν καλύτερα. Βέβαια, δυό χρόνια μετά και ενώ η ελληνική κοινωνία βιώνει μία απίστευτη ανθρωπιστική καταστροφή, οι ίδιοι οι «ειδικοί τεχνοκράτες» θα ομολογήσουν ότι έκαναν ένα μικρό λάθος στους υπολογισμούς τους αλλά δεν βαριέσαι, βρε αδελφέ. Καλή καρδιά. Η πιο σωστά, γαίαν ελαφράν. Αυτό, λοιπόν, το «μείζον» πολιτικό πρόβλημα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με δύο τρόπους, που καλό ήταν να εφαρμοστούν παράλληλα. Ο πρώτος είναι η μονομέρεια στην ενημέρωση, σε βαθμό τέτοιο που να μετατρέπεται σε αισχρή προπαγάνδα. Στόχος; Αφενός μεν να παραπληροφορεί και αφετέρου να τρομοκρατεί. Ο δεύτερος τρόπος είναι η ένταση της κρατικής καταστολής, με προφανή στόχο. Μίας καταστολής που βρίσκει βοηθό και σύμμαχο στο πρόσωπο της ΧΑ η οποία έχει εισχωρήσει για τα καλά στα σώματα ασφαλείας, με την ανοχή, αν όχι τις ευλογίες των κυβερνήσεων από το 2007 και ύστερα. Φυσικά, αν δεν ήταν τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που χάνουν τις δουλειές τους, που μένουν χωρίς ασφάλιση και περίθαλψη, που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης, που ειναι κοινωνικά αποκλεισμένοι –όπως τα ΑμεΑ- που τους αρνούνται ακόμη και το δικαίωμα στη ζωή, αν λοιπόν δεν υπήρχαν τόσοι πολλοί που υποφέρουν και αρνούνται την καταδίκη σε ένα σκοτεινό μέλλον, η καταστολή δεν θα είχε νόημα ύπαρξης. Ούτε θα είχε την σκληρότητα, την χυδαιότητα και την ωμότητα αυτής της μορφής η οποία καταπατά κάθε ανθρώπινο και δημοκρατικό δικαίωμα, χωρίς να κρατά ούτε κάποια «συνταγματικά» προσχήματα. Αυτό είναι που κάνει πολλούς να μιλούν για ιδιόμορφη χούντα.
Είναι, όμως, έτσι; Στις χούντες, πρώτα από όλα, δεν λειτουργούν τα κοινοβούλια ή αν υπάρχουν είναι διακοσμητικά. Μπορεί να πει κάποιος, ότι δεν λειτουργεί η Βουλή, επειδή ο υπουργός οικονομικών των τραπεζών δηλώνει πως δεν χρειάζεται να εγκρίνει το κοινοβούλιο τις ιδιωτικοποιήσεις, γιατί δεν θα έρθει κανένας «σοβαρός» επενδυτής; (Όπου σοβαρή επένδυση η αγορά κοψοχρονιά δημόσιας περιουσίας). Μπορεί να πει κάποιος ότι δεν λειτουργεί η Βουλή, όταν τα μέτρα του τρίτου μνημονίου, ψηφίζονται σε «πολυνομοσχέδιο» του ενός άρθρου, για να ακυρωθούν οι όποιες διαφωνίες; Μπορεί να πει κάποιος ότι δεν λειτουργεί η Βουλή, όταν οι βουλευτές απαγορεύεται να ψηφίσουν κατά συνείδηση; Οχι δα...Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν λειτουργεί η Βουλή όταν ψηφίζονται νόμοι, όπως το μνημόνιο, τους οποίους υπάρχουν βουλευτές που δεν έχουν διαβάσει καν και το ομολογούν δημοσίως, ανενδοίαστα; Δεν λειτουργεί η Βουλή όταν ένας πρόεδρος κοινοβουλευτικής επιτροπής, προστατεύει πρώην υπουργούς από τις ερωτήσεις βουλευτών της αντιπολίτευσης, ώστε να μην αποκαλυφθούν οι ευθύνες τους σε περιπτώσεις όπως της λίστας Λαγκάρντ; Οχι δα.
Στις χούντες, επίσης, δεν γίνονται εκλογές ή αν γίνονται το αποτέλεσμα νοθεύεται. Εδώ, εκλογές, έγιναν. Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι υπήρξε νόθευση του αποτελέσματος επειδή το πρώτο κόμμα πήρε ένα «μπόνους» 50 εδρών; Η ότι οι εκλογές έγιναν, παρανόμως, με βάση τα στοιχεία της παλιάς απογραφής για να μην αλλοιωθεί η δύναμη των κομμάτων που στηρίζουν τις πολιτικές των μνημονίων; Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι δεν επηρεάζεται η εκλογική διαδικασία από τους εκλογικούς καταλόγους που δεν έχουν ενημερωθεί εδώ και χρόνια; Οχι δα.
Στις χούντες επίσης, όπως τις γνωρίζαμε, χρησιμοποιείται ο στρατός σαν βραχίονας καταστολής. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η στρατοκρατούμενη Θεσσαλονίκη στο εορταστικό τριήμερο της 28ης, είχε στόχο τον αποκλεισμό των πολιτών από το πρόγραμμα του εορτασμού; Η ότι, με πρόσχημα την συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ, εκπαιδεύονται στρατιωτικές μονάδες στην κατατολή κινητοποιήσεων σε περιοχές που μπορεί να αποσταλούν για τις ανάγκες της συμμαχίας; Οχι δα. Αλλωστε και η ίδια η Γερμανία πριν ένα μήνα αποφάσισε να επιτρέψει την συμμετοχή του στρατού στην καταστολή κινητοποιήσεων –αν χρειαστεί- στο εσωτερικό της χώρας. Εχει χούντα η Γερμανία; Οχι δα...
Από όσα θυμάμαι και από όσα διαβάζω, στις χούντες υπάρχει μία ενημερωτική άποψη για όσα συμβαίνουν. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η ενημέρωση από τα ιδιωτικά κανάλια, αυτά που εξαρτώνται από την χρηματοδότηση των τραπεζών, είναι μονομερής; Οτι προπαγανδίζει την πολιτική που ευνοεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου; Οτι προβάλλει συγκεκριμένους πολιτικούς «υπαλληλους» και απόψεις; Οτι διαδίδει ψευδείς πληροφορίες και αποκρύπτει σημαντικές ειδήσεις; Οχι δα. Αυτά γίνονται στις χούντες. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι και η κυβέρνηση που χρηματοδοτείται από τις τράπεζες (τον πιστωτικό βραχίονα του Κεφαλαίου) θέλει να ελέγχει την ενημέρωση και γι΄αυτό διορίζει –με ωραίους μισθούς—δικά της παιδιά στην κυβερνητική τηλεόραση; Οτι φιμώνει όποια φωνή δεν της αρέσει και λογοκρίνει εκπομπές και δημοσιογράφους; Οχι δα.
Μπορεί κάποιος, τέλος πάντων στα σοβαρά, να ισχυριστεί ότι έχει πάψει να υφίσταται ο διαχωρισμός των εξουσιών και πως η δικαιοσύνη έχει χάσει ή πιο σωστά έχει παραχωρήσει την ανεξαρτησία της σε τίμημα που η ίδια θεωρεί συμφέρον; Οτι υπάρχουν δικαστικοί λειτουργοί που λειτουργούν κατ’εντολήν, επειδή ο πρώην υπουργός που «έχασε» την «λίστα» κυκλοφορεί ελεύθερος και συλλαμβάνεται ο δημοσιογράφος που την δημοσιοποιεί; Αυτά γίνονται μόνο στις χούντες που επιβάλλει το Κεφάλαιο για να προστατέψει τα συμφέροντά του. Εμείς εδώ, τέτοιο πράγμα ευτυχώς, δεν έχουμε. Η κυβέρνηση εδώ, θέλει απλά να μας προστατέψει από τις βλαβερές συνέπειες της Δημοκρατίας.



Τρίτη 28 Αυγούστου 2012


Το ποδόσφαιρο της κρίσης.


Είναι δύσκολο με τις συνθήκες που επικρατούν αλλά προσπαθώ να σκεφθώ. Ψύχραιμα. Και να γράψω για την πρώτη αγωνιστική της Σούπερ Λίγκας. Για το αγωνιστικό μέρος μίας «λίγκας» που ποτέ δεν υπήρξε «σούπερ», ούτε καν πλησίασε το ανεκτό μέτριο. Για «λίγκα» δεν το συζητώ. Ενας υπερβολικά φιλόδοξος και εκτός πραγματικότητας χαρακτηρισμός, που σαν εικόνα παραπέμπει στην πεντάχρονη η οποία φορά τα τακούνια της μητέρας της και θεωρεί ότι μεγάλωσε. Κωμική. Αν, φυσικά, η δραστηριότητα της «λίγκας» έμενε στο επίπεδο της κωμωδίας, μπορεί να ήταν και –τουλάχιστον- διασκεδαστική. Δεν έμεινε, όμως και πέρασε στο αντίθετο άκρο. Της τραγωδίας. Οχι γι΄αυτό που είναι η ίδια αλλά για εκείνο που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει. Το ελληνικό ποδόσφαιρο. Που εμάς μας ενδιαφέρει περισσότερο γι’ αυτό έκδηλώνουμε την αποστροφή μας στο αποτέλεσμα της διαχείρισης του ελληνικού ποδοσφαίρου από ιδοκτήτες-παράγοντες. Ο μέσος όρος των εισιτηρίων πέφτει συνεχώς και με δραματικό ρυθμό. Οπως και η κυκλοφορία των εφημερίδων. Η φετινή χρονιά, στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, θα είναι η χειρότερη. Ομάδες χωρίς χρήματα, με νέους ποδοσφαιριστές αναγκαστικά αλλά και χωρίς σχέδιο που βαδίζουν στα τυφλά. Τόσο, που καταπατούν κάθε κανόνα και νόμο για την λειτουργία του πρωταθλήματος. Αυτή η κρίση, ανέδειξε όλες τις αδυναμίες, την γύμνια και τις στρεβλώσεις μιάς καλύβας με καλάμια που θεωρεί, ακόμη και τώρα, ότι είναι μεζονέτα που απλά χρειάζεται μικροεπισκευές. Η Πολιτεία δηλαδή η κυβέρνηση είναι και ανίκανη και απρόθυμη να διαμορφώσει, θεσμικά, ένα χάρτη λειτουργίας του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και να διασφαλίσει ότι θα τηρείται. Αν η κρίση είναι ευκαιρία, όπως  λένε, η ευκαιρία συνίσταται στην δυνατότητα να οργανωθεί το παιχνίδι από την αρχή. Σε μιά τετοια προσπάθεια οι ομάδες θα πρέπει να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο, για να υπερασπίσουν το «προιόν» τους. Αλλά ποιές ομάδες; Ο πόλεμος ανακοινώσεων των δύο «μεγάλων» που ξέσπασε με το καλημέρα, αποκαλύπτει αβίαστα, τέσσερα πράγματα. Την χαμηλής ποιότητας αισθητική τους, τον αρρωστημένα οπαδικό χαρακτήρα της «επικοινωνιακής» τους πολιτικής, την αντίληψη που έχουν για τις ομάδες οι ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι τις θεωρούν ξεσκονόπανα του υπερτροφικού τους «εγώ» και την αδιαφορία τους για όλες τις άλλες ομάδες. Αν δεν αλλάξουν στάση και συμπεριφορά, μέσα στην διάρκεια της χρονιάς θα ταίσουν πρωΚτοσέλιδα οπαδικού αίσχους, την βία εντός και εκτός γηπέδων και θα μηδενίσουν την όποια αξία του «προιόντος». Αν κοιτάξει κάποιος τι συνέβη στο ποδόσφαιρο της Αργεντινής όταν η χώρα βυθίστηκε στην οικονομική κρίση, θα καταλάβει. Και εμείς, δεν έχουμε το ποδοσφαιρικό ταλέντο των αργεντινών. Μέσα στο γήπεδο. Γιατί εξω από αυτό και στο παρασκήνιο, δεν παιζόμαστε....

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Η αριστερά και το βιβλίο του Πάγκαλου



Ως πολίτης και αριστερός, χαίρομαι για το βιβλίο του Πάγκαλου. Μάλιστα, αν μπορούσα, ως αρστερά, θα το έκανα και σημαία. Γιατί; Μα, διότι κάθε μιά από τις περιπτώσεις που καταγράφει, είναι και μιά κατηγορία εναντίον του και εναντίον όλων όσοι κυβέρνησαν και νομοθέτησαν, από το 74 και μετά. Πρόκειται για ανερμάτιστα ανθρωπάκια στην συντριπτική τους πλειοψηφία, χωρίς παιδεία, εγωπαθείς, πολιτικούς ανίκανους να αναδείξουν τις δυνατότητες του τόπου και την δημιουργικότητα των ανθρώπων που τον κατοικούν, για το κοινό καλό, δημιουργώντας οικονομική ανάπτυξη. Διαμεσολαβούσαν για την εύνοια του μεγάλου και παρασιτικού κεφαλαίου, που πολλαπλασιαζόταν εις βάρος του τόπου, για να διασφαλίσουν και την δική τους παρασιτική ευζωία και ύπαρξη. Η οικονομική τους πολιτική συνίστατο στον εξωτερικό δανεισμό και τους αθρόους διορισμούς στο δημόσιο, με την παράλληλη τόνωση του ατομικισμού, την θεοποίηση του προσωπικού συμφέροντος και την διάλυση του εκπαιδευτικού συστήματος. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, τα μετέθεταν σε ένα μέλλον που ήρθε αλλά αυτούς δεν θα τους επηρεάσει. Και ψωμί θα έχουν, και φάρμακα, και σπίτι ζεστό τον χειμώνα και τα παιδιά τους θα μάθουν γράμματα. Η μηντιακή στήριξη της τρομοκρατίας των πολιτών που τους προσφέρουν οι πάτρωνές τους, είναι το ύστατο επιχείρημά τους όπως τα κανόνια των φεουδαρχών τον μεσαίωνα, που έγραφαν επάνω reges ultimum factum (το ύστατο επιχείρημα των ηγεμόνων). Ο Πάγκαλος, η επιτομή της αγένειας και του αυταρχισμού ενός αλλαζονικού και άχρηστου πολιτικού συστήματος που έχει εξελιχθεί σε καρκίνωμα, εγκλωβισμένος μέσα στην τυφλότητα της οίησής του, μας έκανε δώρο το κατηγορητήριο που απευθύνεται σε αυτόν και τους ομοίους του. Αν λειτουργεί ακόμη η δικαιοσύνη σε αυτό τον τόπο, ας μην το αφήσει αναξιοποίητο. Και εκείνοι που πρέπει να πιέσουν προς αυτή την κατεύθυνση, είναι πιο πολύ από όλους οι νέοι άνθρωποι που έχουν μείνει στον τόπο και νοιάζονται γι΄αυτόν. Χρόνος, δεν υπάρχει.

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012



«Είναι ο ποδοσφαιρικός καπιταλισμός, ανόητε». (μέρος ΙΙΙ- τελευταίο).

Το μεγάλο σκάνδαλο που έχει ξεσπάσει στην Βρετανία με επίκεντρο την τράπεζα Barcleys’ δεν βρίσκεται ακόμη στα πρωτοσέλιδα και τις επικεφαλίδες της τηλεοπτικής –κατ’ επίφαση- ενημέρωσης. Οταν αυτό συμβεί, πιθανόν να μην ενδιαφέρει κανέναν γιατί θα αποκαλυφθεί η έκταση της οικονομικής καταστροφής, που δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο. Προς το παρόν, όλοι –δηλαδή οι κυβερνήσεις- κάνουν ότι δεν συμβαίνει τίποτε και πως η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο. Οπως συνέβη και με την έναρξη της κρίσης το 2008. Μόνο που αυτή, θα είναι μεγαλύτερη. Ο γιγαντισμός του χρηματοπιστωτικού τομέα ο οποίος έχει ξφύγει από κάθε έλεγχο στη Βρετανία, ξεκίνησε με τον Μπλέρ, ο οποίος έβλεπε ότι το βρετανικό κεφάλαιο, ήθελε να διασφαλίσει κέρδη και να περιορίσει τις όποιες οικονομικές απώλειες. Και τους κινδύνους οικονομικών απωλειών τους περιρορίζεις όταν αγοράζεις με ψίχουλα κερδοφόρα κομμάτια το δημοσίου ή κερδοφόρες ιδιωτικές επιχειρήσεις που πωλούνται σε καλή τιμή. Τα χρήματα της αγοράς, στα δανείζει η τράπεζα και όσο εσύ κερδίζεις από την επιχείρηση, πληρώνεις τόκους, ενδεχομένως και δδόσεις το δανείου. Οταν παύεις να κερδίζεις, τραβάς μία πτώχευση της εταιρείας σου, η οποία ανήκει σε μία off shore με έδρα τα νησιά Καιμάν, φορτώνεις στην τράπεζα την πτωχευθείσα επιχείρηση και ψάχνεις άλλη ευκαιρία για «σοβαρούς επενδυτές». Ο Μπλερ, λοιπόν, που είχε διαφημιστεί και ως «σοσιαλιστής», υποστήριζε ότι το κλειδί της ανάπτυξης της Βρετανίας θα ήταν η προσέλκυση ξένων επενδυτών και επενδύσεων. Μάλιστα, θεωρούσε ότι ένα πεδίο οικονομικής δραστηριότητας που μπορούσε να προσελκύσει ξένους επενδυτές ήταν το αγγλικό ποδόσφαιρο. Με δεδομένο ότι οι άγγλοι ιδιοκτήτες, κεφαλαιούχοι παλαιάς κοπής, δεν είχαν αρκετά κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη μίας ακόμη φούσκας, όπου τα χρέη θα ήταν για τις επιχειρήσεις και τα κέρδη για τους «επενδυτές», οι πλέον ευπρόσδεκτοι έρχονταν από τις ΗΠΑ, την Ρωσία ή –όπως εσχάτως- από τον περσικό κόλπο. Στους αμερικανούς, πουλήθηκαν οι δύο ιστορικότερες αγγλικές ομάδες και αυτές με τους περισσότερους τίτλους. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και η Λίβερπουλ. Επειδή, όμως, στην δεκαετία του 90 πολλές αγγλικές ομάδες είχαν εισαχθεί στο χρηματιστήριο –το οποίο ήταν «περιοριστικός» παράγοντας για τους επενδυτές- βγήκαν σταδιακά σχεδόν όλες πριν η μετά την αγορά τους από «επενδυτές». Οι αμερικανοί που αγόρασαν του δύο μεγάλους συνεπείς με την οικονομική αντίληψη που λέει ότι οι ομάδες είναι ένα brand name που αξίζει να το αγοράσεις μόνο αν μπορείς να το πουλήσεις περισσότερο, πήραν τις ομάδες για να τις οδηγήσουν στην Μπλερική λεωφόρο ανάπτυξης. Η μόνη ανάπτυξη που πέτυχαν ήταν στα χρέη των ομάδων.


Η νέα συνταγή.

Για τις μελλοντικές περιπέτειες της Γιουνάιτεντ, έγραφα χθες. Ομως, έχει πολύ ενδιαφέρον και η περίπτωση της Λίβερπουλ που αγοράστηκε από έναν άλλο αμερικανό, τον Τζον Χένρι. Για την ακρίβεια, η Λίβερπουλ αγοράστηκε από την εταιρεία του την NESV που έχει έδρα την Βοστώνη και υποθέτω, όπως συνέβη και με την εταιρεία των προηγούμενων αμερικανών «επενδυτών» που καταχρέωσαν την ομάδα, θα υπακούει στις διατάξεις της αμερικανικής νομοθεσίας για τις επχειρήσεις. Σε περίπτωση πτώχευσης, βέβαια, δεν νομίζω ότι οι οπαδοί της Λίβερπουλ θα μπορούσαν να κάνουν κάτι πέρα από πικετοφοριες και καμιά πρεία διαμαρτυρίας. Αν δεν βρισκόταν ο Χένρι, η Λίβερπουλ θα κατέληγε στην τράπεζα, όπου οι προηγούμενοι αμερικανοί «επενδυτές» χρωστούσαν ένα μεγάλο μέρος του δανείου που είχαν πάρει, για να αγοράσουν την ομάδα. Ο Χένρι, που άρχισε να ενδιαφέρεται για το ευρωπαικό ποδόσφαιρο και δή το αγγλικό από το καλοκαίρι του 2010, αυτοδιαφημίζεται ως φορέας μίας διαφορετικής οικονομικής προσέγγισης στα σπορ. Βέβαια, ο πρώτος του χρόνος στην Λίβερπουλ, δεν μπορεί να θεωρηθεί και επιτυχία. Ξόδεψε πολλά και έμεινε εκτός Τσάμπιονς Λιγκ. Και από ποιότητα ομάδας, μηδέν βελτίωση. Βέβαια, έχει φέρει κάποιες νέες πρακτικές στην διαφήμιση όπως η παραχώρηση ενός μικρού ποσοστού μετοχών στον Λεμπρον Τζέιμς, ο οποίος σε ανταπόδωση διαφημίζει την Λίβερπουλ, στις ΗΠΑ.

Το γήπεδο, δεν είναι λύση.

Ο Χένρι, πιθανόν να ανακαλύπτει ότι η επιχειρηματικότητα στα σπορ είναι διαφρετική στην Ευρώπη γιατί και η σχέση των ανθρώπων με τα σπορ, είναι διαφορετική.  Οταν αγόρασε την Λίβερπουλ, στο μυαλό των περισσότερων υπήρχε η αντίληψη ότι θα προχωρούσε στην ανέγερση ενός νέου γηπέδου 60 χιλιάδων θέσεων, που θα έβαζαν την Λίβερπουλ στην ίδια μοίρα με τους βασικούς της ανταγωνιστές. Τις δύο ομάδες του Μάντσεστερ και τις τρεις του Λονδίνου, Τσέλσι, Αρσεναλ και Τότεναμ. Ο Χένρι, όμως, δηλωσε πρόσφατα πως ένα γήπεδο 60 χιλιάδων μπορεί να αποδειχθεί ζημιογόνος επένδυση αφού η Λίβερπουλ δεν μπορεί να απευθυνθεί σε ένα μητροπολιτικό κοινό 14 εκατ. ανθρώπων, όπως οι ομάδες του Λονδίνου. Η λύση για περισσότερα έσοδα,κατά τον Χένρι, είναι η εκμετάλλευση του διεθνούς brand name της Λίβερπουλ. Πιθανόν, το να γυρίζεις μία ομάδα στις Ασίες, τις ΗΠΑ και τον Καναδά σαν αρκούδα σε πανηγύρι να αφήνει κέρδη αλλά αν δεν πάρεις τίτλο στην Αγγλία και δεν διακριθείς στο Τσαμπιονς Λιγκ, dear John, όπως λέμε στο χωριό μου, χαιρέτα μου τον πλάτανο και ψάξε αγοραστή.