Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Η Μπάρτσα έβαλε την ταφόπλακα

Τα τελευταία χρόνια, η στατιστική μπαίνει όλο και περισσότερο στο ποδόσφαιρο και σε αρκετές περιπτώσεις, υπαγορεύει τον τρόπο που διαβάζει κάποιος ένα παιχνίδι. Τα στοιχεία, τα νούμερα, αναμφισβήτητα δείχνουν κάτι. Δεν μπορεί, όμως, μόνο αυτά να αποτελούν τον κανόνα με βάση τον οποίο κρίνονται τα πάντα. Οι αξίες, οι άνθρωποι, το θέαμα, η χαρά που προσφέρει το παιχνίδι. Μπορούν να γίνουν βέβαια ο κανόνας. Να μετρούμε τα πάντα με βάση αυτά. Να κρίνουμε τον ποδοσφαιριστή με βάση τον αριθμό των χιλιομέτρων που καλύπτει σε ένα παιχνίδι και μόνο. Να δημιουργήσουμε ποδοσφαιριστές-δεκαθλητές και να μετρούμε δύναμη και επιδόσεις. Να εξορίσουμε τους Ρικέλμε αυτού του κόσμου ή να περάσουμε στο άλλο άκρο. Να χαρακτηρίσουμε ομάδα “φαρμακείου” την Μπαρτσελόνα, ας πούμε. Η να θεωρήσουμε ότι η ταχύτητα δεν είναι αποτέλεσμα δουλειάς αλλά μίας εξωγενούς παρέμβασης. Η ισορροπία είναι δύσκολο πράγμα. Ακόμη πιο δύσκολο είναι να μπορούμε να ξεχωρίσουμε την διαφορά του να σκέπτεται κάποιος, από την κριτική ικανότητα της σκέψης. Αλλο σκέπτομαι, άλλο σκέπτομαι κριτικά. Αλλά τα νούμερα, δείχνουν το μέρος μίας εικόνας που δεν μπορείς να αρνηθείς ότι υπάρχει. Μετά το παιχνίδι της Μπάρτσα στο Καμπ Νου με αντίπαλο την Ρεάλ Σοσιεδάδ ο πίνακας του σκορ έγραψε: 26 γκολ η Μπαρτσελόνα, μηδέν οι αντίπαλοί της στα τελευταία της 6 ματς. Μέχρι εκείνο το ματς η Μπάρτσα είχε συγκεντρώσει 100 πόντους στο πρωτάθλημα, μέσα στο 2010, ένα ρεκόρ απλησίαστο. Στο ματς με την Σοσιεδάδ οι παίκτες της είχαν 938 σωστές πάσες, ο υψηλότερος αριθμός που σημειώθηκε σε ένα παιχνίδι του ισπανικού πρωταθλήματος. Στο Τσάμπιονς Λιγκ, το ρεκόρ είναι πάλι δικό τους. Στο ματς με την Ρούμπιν Καζάν είχαν 971. Αν θέλετε νούμερα, έχω κι άλλα. Ο Τσάβι σε εκείνο το ματς με την Σοσιεδάδ είχε 120 πάσες παρόλο που έπαιξε μόνο 67 λεπτά, η Μπάρτσα είχε 78% κατοχή, για το πρώτο γκολ του Μέσι χρειάστηκαν 21 συνεχόμενες πάσες –η μεγαλύτερη διαδοχή από πάσες μέχρι εκείνη την στιγμή στο πρωτάθλημα- ενώ ο μικρόσωμος αργεντινός σταρ με το δεύτερο γκολ του σε εκείνο το παιχνίδι συμπλήρωσε τα 70 γκολ σε 71 παιχνίδια. Στο πρώτο του γκολ, έπαιξε τρεις φορές το 1-2 με τον Ντάνι Αλβες!!! Αριθμοί πανάθεμά τους, που λένε κάτι. Φανερώνουν την ακρίβεια του παιχνιδιού, που μπορεί να δείχνει βαρετό με τις συνεχείς εναλλαγές της μπάλας αλλά καταλήγει σε ένα γκολ. Οπως οι άπειρες πέτρες που χρησιμοποιήθηκαν για να κτιστεί μία πυραμίδα οι οποίες από μόνες τους δεν λένε κάτι αλλά όλες μαζί δημιουργούν εκείνο που θαυμάζουμε, έτσι και οι συνεχείς πασες. Εχουν στόχο να δημιουργήσουν τις προυποθέσεις για τον κενό χώρο και την κάθετη μπαλιά που θα τον φανερώσει. Η την ατομική προσπάθεια που θα τον αναδείξει. Ολα άλλωστε στο ποδόσφαιρο γι’ αυτό γίνονται. Για τον κενό χώρο και τις “αριθμητικές” συνισταμένες που τον ορίζουν. Αυτό έκανε και ο Αγιαξ με τον δικό του τρόπο και γι’ αυτό αγαπήθηκε τόσο πολύ. Ανακάλυπτε, εκ νέου, τον κενό χώρο σε ένα ποδοσφαιρικό περιβάλλον που είχε στεγνώσει και είχε γίνει ιδιαίτερα σκληρό. Και το έκανε με τέτοιο τρόπο που ξαναέφερνε στην καθημερινότητά μας, το θαύμα. Και τότε, τα στατιστικά στοιχεία του παιχνιδιού του Αγιαξ, σε όσους τα πρόσεχαν, προξενούσαν τον ίδιο θαυμασμό με αυτόν που προξενούν τα αντίστοιχα της Μπάρτσα σήμερα. Η σύγκριση των δύο ομάδων, δεν έχει κανένα νόημα. Δεν είναι άλλωστε και εφικτή. Τώρα, όλα κινούνται πιο γρήγορα αλλά αυτό δεν εμποδίζει διαφορετικές εποχές να έχουν η κάθε μιά τον δικό της Αγιαξ. Η την δική της Μπαρτσελόνα, αν θέλετε.

Το τέλος του Ρομαντισμού.

Το μότο της Μπαρτσελόνα που δεν είναι εταιρεία αλλά αθλητικός σύλλογος, είναι mas que un club –κάτι περισσότερο από μία ομάδα. Και αυτό το σύνθημα το υποστήριζε με πάρα πολλούς τρόπους, με αποκορύφωμα εκείνον που την έκανε να ξεχωρίζει. Την απουσία διαφήμισης από την φανέλα. Την φανέλα μίας ομάδα που μαζί με τον Σαν Τζόρντι και το διαρκές αίτημα της μετατροπής της αυτονομίας της Καταλονίας σε ανεξαρτησία, αποτελούσαν την κιβωτό της διαθήκης των παραδόσεων των Καταλανών. Αυτή η αντίσταση-αντίθεση στην διαφήμιση είχε κάνει την ομάδα το τελευταίο καταφύγιο του ρομαντισμού στο σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Ηταν μία ψευδαίσθηση, ωστόσο, που τα τελευταία 15 χρόνια (από την έξαρση του επαγγελματισμού και του ποδοσφαίρου της παγκοσμιοποίησης που επέβαλλε ο νόμο Μποσμάν) η Μπαρτσελόνα υπερασπίστηκε με σθένος. Μέχρι που δύο εβδομάδες πριν, η διοίκηση της Μπαρτσελόνα έκανε μιά ανακοίνωση της οποίας το βασικό στοιχείο ήταν ένα νούμερο. Ενα ακόμη νούμερο, που αν και δεν είναι από εκείνα που αναλύονται στις στατιστικές της επιδόσεις, έχει πολύ μεγαλύτερη αξία. Για την διοίκηση των Μπλαουγκράνα, οικονομική. Για εκείνους που αγαπούν την ομάδα, συναισθηματική. Οι πρώτοι χάρηκαν. Οι δεύτεροι μελαγχόλησαν. Η ανακοίνωση της Μπάρτσα επιβεβαίωσε κατι που ξέραμε αλλά και κάτι που φοβόμασταν. Οτι η φανέλα της ομάδας της Καταλονίας είναι η ακριβότερη του κόσμου. Και ότι από του χρόνου και ύστερα θα την συνοδεύει μία διαφήμιση, γιατί και ο ρομαντισμός μπορεί να θυσιαστεί στην σωστή τιμή. Η Μπαρτσελονα, από του χρόνου, συμφώνησε με το Qatar Foundation, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό του Κατάρ, να έχει στην φανέλα της για μία πενταετία το λογότυπο του οργανισμού αντί 30 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Το συνολικό ποσό της συμφωνίας μαζί με κάποια πριμ, μπορεί να φθάσει τα 170 εκατομμύρια ευρώ.

Το άχρηστο άλλοθι.

Το γεγονός ότι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός θα διαφημίζεται στην φανέλα της Μπάρτσα, δεν αποτελεί άλλοθι. Ενα είδος εκπαίδευσης του ματιού είναι ώστε μετά την πενταετία, το Qatar Foundation να δώσει την θέση του σε ένα άλλο λογοτυπο κάποιας εταιρείας που θα πληρώσει περισσότερα. Οταν το λογότυπο της Unicef πήρε την θέση του στην φανέλα της Μπαρτσελόνα, παρόλο που ο διεθνής οργανισμός δεν πλήρωνε αλλά αντιθέτως δεχόταν μία ετήσια χορηγία ύψους δύο εκατομμυρίων ευρώ ετησίως από την καταλανική ομάδα, κάποιοι υποψιάστηκαν ότι άνοιγε το παράθυρο για το αδιανόητο. Του χρόνου, μία ιδιαιτερότητα 112 χρόνων, θα λάβει τέλος. Το άλλοθι του μη κερδοσκοπικού οργανισμού και η δικαιολογία του μεγάλου χρέους της ομάδας –που φθάνει τα 465 εκατομμύρια ευρώ- δεν αρκούν για να μείνει αλώβητο το σύνθημα που έκανε γνωστη την Μπαρτσελόνα. Οτι είναι «κάτι περισσότερο από ομάδα». Δηλαδή; Απλά, τώρα πια, μιά επιχείρηση. Με έσοδα 445 εκατομμύρια και χρέη 465 τι άλλο μπορεί να είναι; Και όπως λέει ο καταλανός μου φίλος με πίκρα «..mas que un club….negocios..».

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Ενας Δεκέμβρης από το μέλλον.

Οι πιο πολλοί από όσους ανακαλούν στην μνήμη τους τον Δεκέμβριο του 2008 και τα όσα ακολούθησαν αμέσως μετά την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, κατά πάσα πιθανότητα, έχουν στο νου τους τις τηλεοπτικές εικόνες της καταστροφής. Εικόνες που προβλήθηκαν κατά κόρον, που επενδύθηκαν με τα «κατάλληλα» ιδεολογήματα περί τάξης και ασφάλειας, που χρησιμοποιήθηκαν σαν παραδείγματα ενός «αναρχικού» εφιάλτη, τον οποίο κάθε κοινωνία οφείλει να ξορκίσει, για να μην υποστεί μεγάλες απώλειες (ιδίως στον τουρισμό). Η καθολική υποστήριξη αυτων των εικόνων και των χαρακτηριστικών που τους αποδώθηκαν, από τα media και κάποια πρόθυμα παπαγαλάκια ενός κατεστημένου που έχει ήδη χρεωκοπήσει, είχαν πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Να ακυρώσουν οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης των αιτίων για ό,τι συνέβη τον Δεκέμβριο του 2008. Ομως, το να κρύβεις ή να αρνείσαι τα πραγματικά αίτια ενός γεγονότος, είναι τακτική στρουθοκαμήλου. Μία τακτική που δεν γλύτωσε ποτέ καμία στρουθοκάμηλο από τα σαγόνια του λιονταριού. Και αυτό γιατί, ούτε το γεγονός αναιρείται (το πεινασμένο λιοντάρι) ούτε τα αίτια που το δημιούργησαν. Αίτια, που εξακολουθούν να υπάρχουν και τα οποία θα γαντζωθούν ξανά πάνω στην πρώτη διαθέσιμη ή βολική αφορμή. Γιατί η πείνα, επανέρχεται. Τότε, το γεγονός θα επαναληφθεί, με πολύ μεγαλύτερη σφοδρότητα. Το πεινασμένο λιοντάρι, δεν θα αρκεστεί σε μία στρουθοκάμηλο. Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008 ήταν ένα trailer από την μεγάλου μήκους ταινία καταστροφής που θα ακολουθήσει. Και είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσει, αφού η πολιτεία στα «γιατί» εκείνων που ζητούν απαντήσεις, προτάσσει την καταστολή και τον αυταρχισμό. Αφού αντί να εξαλείψει τα αίτια που άναψαν φωτιές, υποκρίνεται ότι τις σβήνει, ρίχνοντας την βενζίνη του μνημονίου. Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008, δεν ηταν εξέγερση. Ηταν πιο πολύ ένα ξέσπασμα των παιδιών που διαισθάνθηκαν ότι το πολιτικό –κυρίως- κατεστημένο με τους μηντιακούς του βοηθούς, υποθήκευσε το μέλλον τους. Δυό χρόνια μετά, η εικόνα που αποκαλύπτεται για την κατάσταση και το αύριο της χωρας, είναι ακόμη χειρότερη, από εκείνη που διαισθάνονταν το 2008. Ειδικά για τους νέους ανθρώπους, που βλέπουν την γενιά των 700 ευρώ χωρίς μέλλον, να την διαδέχεται η γενιά των 592 ευρώ χωρίς μέλλον και αυτή να παραχωρεί την σειρά της σε εκείνην των 400 ευρώ χωρίς μέλλον, για να ακολουθήσει μία άλλη γενιά επίσης χωρίς μέλλον, μέχρι να έρθει και η σειρά της μετέωρης γενιάς. Που δεν θα έχει ούτε τόπο να σταθεί, ούτε μέλλον για να ελπίσει. Τότε, δεν θα συμβεί καμία εξέγερση, καμία επανάσταση, γιατί δεν θα υπάρχει ούτε αιτία, ούτε αφορμή. Τότε ο άνθρωπος θα έχει μεταβληθεί σε res, σε πράγμα, σε αντικείμενο. Και τα αντικείμενα δεν έχουν συνείδηση. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους που όταν (για να προστατέψεις την υπερβολή της απληστίας σου) τους τιμωρείς και τους στερείς τα πάντα, ακόμη και την ελπίδα, εξεγείρονται. Και η εξέγερση των απελπισμένων δεν έχει ούτε σχέδιο, ούτε στρατηγική, ούτε λογική. Είναι ένας μονόλογος καταστροφής και βίας. Και η βία, όπως είχε υποστηρίξει πριν πολλά πολλά χρόνια ο Κάρολος Μαρξ, είναι η μαμή της Ιστορίας. Εκείνοι που είχαν «ανακαλύψει» το τέλος της, με την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, θα διαπιστώσουν έντρομοι, ότι οι 12 μήνες του χρόνου έχουν γίνει πια όλοι Δεκέμβρηδες, χωρίς τα Χριστούγεννα. Σε όλο τον κόσμο.

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Take Five: Barcelona

Η αγγλική φράση του τίτλου, ενώ ταιριάζει μια χαρά σε αυτό που συνέβη την Δευτέρα το βράδυ στο Καμπ Νου, στην αγγλική γλώσα έχει μιά ιδιωματική χρήση. Είναι μία φράση που έλεγαν οι σκηνοθέτες στα μεγάλα αμερικανικά στούντιος από το τέλος της δεκαετίας του 40, όταν έκαναν ένα διάλειμμα στα γυρίσματα. Είναι μια φράση που χρησιμοποιείται ακόμη στον κινηματογράφο και την οποία ξεστόμισε κάποτε και ο Κ. Φέρρης –ο σκηνοθέτης του Ρεμπέτικου- όταν πρωτοείδε, ένα απόγευμα του Οκτωβρίου την παλιά πόλη του Στρασβούργου, την Petite France. Μία πολύ γραφική συνοικία. «Είναι» είχε πει «σαν το σκηνικό μίας ταινίας την ώρα που ο σκηνοθέτης έχει πει take five» δηλαδή «πέντε λεπτά διάλειμμα». Στην δημοφιλία της φράσης, συντέλεσε κι η πολύ μεγάλη επιτυχία που είχε ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια της jazz. Η ομώνυμη σύνθεση του Πολ Ντέσμοντ που έγινε μεγάλη επιτυχία από το κουαρτέτο του Ντέιβ Μπρούμπεκ, στον οποίο –κακώς- πολλοί πιστώνουν την σύνθεση. Το take five είχε μία ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα περισσότερα κομμάτια jazz της εποχής του, στα μέσα της δεκαετίας του 50. Ηταν γραμμένο σε ρυθμό 5/4, ασυνήθιστο για την μουσική πραγματικότητα εκείνου του καιρού και παρόλο που δεν ήταν η πρώτη jazz σύνθεση που γράφτηκε σε αυτό το μέτρο, ήταν η πρώτη που γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία, έτσι που σήμερα να θεωρείται κλασσική. Η φράση take five, νομίζω ότι θα πρέπει να συνοδεύει ή να προηγείται του ονόματος της Μπαρτσελόνα, όχι γιατί θα συνιστά κάποιο είδος «ποδοσφαιρικής ταρίφας» αλλά δίότι αυτή η ομάδα και το ποδόσφαιρο που παίζει τα τελευταία τρία χρόνια, είναι ένα διάλειμμα από το στεγνό, υπολογιστικό, άτεχνο και χωρίς φαντασία ποδόσφαιρο που παρακολουθούσαμε την τελευταία 15ετία. Ενα ποδόσφαιρο, που ιδίως μετά τον νόμο Μποσμάν υποτάχθηκε στην πρωταρχική σημασία του αποτελέσματος, η εξασφάλιση του οποίου σήμαινε κέρδος. Και όσο πιο πολλά νικηφόρα αποτελέσματα μαζεύονταν σε ένα κομπολόι ποδοσφαιρικής ανίας, τόσο πιο πολλά ήταν τα κέρδη, οι χορηγοί, οι πωλήσεις του merchandising, τα εισητήρια, οι διαφημίσεις, τα έσοδα από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, ο τζίρος στο στοίχημα, οι ποδοσφαιριστές σταρ. Αυτούς, τους τελευταίους ειδικά, μπορούσαν πολύ εύκολα να τους κατασκευάσουν τα media, για να τροφοδοτήσουν την διαρκώς αυξανόμενη απληστία του σταρ σύστεμ, που χρειάζεται συνεχώς είδωλα, για να υποστηρίζεται η κατανάλωση. Ολα για την πουτάνα την αγορά. Φάγαμε στην μάπα για χρόνια τον Μπέκαμ, όχι γιατί ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου αλλά γιατί πουλούσε καλύτερα και περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Γιατί προσέφερε στους διαφημιστές «διείσδυση» σε μία αγορά που ήταν μεγαλύτερη από το παραδοσιακό αντρικό κοινό των ποδοσφαιρικών αγώνων. Εφερνε στο γήπεδο –και σε όσους συνέδεσαν τα προιόντα τους με το ποδόσφαιρο- γυναίκες. Ενα κοινό με πολύ εντονότερες και πλατύτερες καταναλωτικές συνήθειες από ότι οι άντρες. Γι’ αυτό, άλλωστε έγινε και εξώφυλλο στο αγγλικό Marie Claire, ένα καθαρά γυναικείο περιοδικό. Οταν μετά από χρόνια οι ιστορικοί και οι κοινωνιολόγοι του μέλλοντος θα κοιτούν τα απομεινάρια της εποχής μας –φωτογραφίες, video, ιστοσελίδες, αναρτήσεις στο youtube, εικόνες, κείμενα, πρωτοσέλιδα, διαφημίσεις- ίσως και να θεωρήσουν ότι ο Μπέκαμ ήταν ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος του ποδοσφαίρου στο τέλος του 20ου αιώνα και στις αρχές του 21ου. Και αν συζητούμε για μία αποτίμηση της οικονομίας των σπορ, πιθανώς και να έχουν δίκιο. Αλλά το παιχνίδι είναι άλλο πράγμα.

Ο συνήγορος του παιχνιδιού.

Σε μία κοινωνία που εκπαιδeύεται να μετράει και να αξιολογεί τα πάντα με το χρήμα, την ιδεολογικοποίηση της νομισματικής σταθερότητας, τους χρηματιστηριακούς δείκτες, τα ποσοστά ανάπτυξης, μία κοινωνία που ταυτίζει την πρόοδο με την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, η Μπαρτσελόνα αποτελεί τον συνήγορο του παιχνιδιού. Και το παιχνίδι της, με την χαρά που προσφέρει, με την αισθητική απόλαυση, με αυτό το συνεχές φλερτ με την ποδοσφαιρική τελειότητα που θυμίζει αυτό το διαρκές και ανεπαίσθητο πήγαιν’-έλα της βάρκας με την σημαδούρα στην οποία είναι δεμένη, αυτό το παιχνίδι απελευθερώνει. Και απελευθερώνει γιατί υπηρετεί την κύρια και πρωταρχική φύση του παιχνιδιού που είναι η ψυχαγωγία, η αγωγή της ψυχής. Μά αγωγή που δεν μπορεί να ταυτισθεί με την κατανάλωση, με την απόκτηση ενός υλικού αγαθού που προσφέρει μία χαρά άπαξ και στεγνώνει τις ψυχές αλλά με κατι πολύ πιο «ευτελές», πιο «στιγμιαίο», το οποίο έχει μία δύναμη ασύλληπτη γιατί δεν έχει πρακτική χρησιμότητα, δεν μπορείς να το αγοράσεις και γι΄αυτό σου προσφέρει μία άφατη ικανοποίηση. Η Μπάρτσα και το παιχνίδι της, ανήκει σε όλο τον κόσμο. Κανείς μας δεν μπορεί να αγοράσει μία κάθετη μπαλιά του Τσάβι ή του Ινιέστα, μία προσποίηση του Μέσσι, μία κίνηση στον κενό χώρο του Βίγια, μιά αλληλουχία από πάσσες που έχουν την στερεότητα και σιγουριά μιας πινελιάς του Βαν Γκογκ, η οποία ξεκομμένη, δεν σημαίνει κάτι αλλά ενταγμένη μέσα στο θέμα, ολοκληρώνει ένα αριστούργημα. Η Μπάρτσα και το παιχνίδι της είναι ένα πεντάλεπτο διάλειμμα που έχουμε ανάγκη. Δυστυχώς, μόνο διάλειμμα. Οπως διάλειμμα ήταν ο Αγιαξ, η Βραζιλία του 70, η Ρεάλ του 57-60, η Ουγγαρία και η Χόνβεντ του 50-56 η Αρσεναλ του Τσάπμαν. Μετά την Μπάρτσα, η αυλαία θα πέσει και αντί για θεατρικό έργο, θα βλέπουμε πάλι θιάσους σκιών που θα προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι κάτι περισσότερο. Είναι η φύση, η ζωή και ο τρόπος που κινούνται τα πράγματα. Η αλυσίδα της Μπάρτσα, κάποια στιγμή θα σπάσει. Αρκεί, να εκλείψει ένας κρίκος.

Η αλήθεια της Μπάρτσα.

Και το γεγονός ότι θα σπάσει αυτή η αλυσίδα, δεν είναι κακό. Συμβαίνει με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς. Γεννιούνται και πεθαίνουν. Λένε πώς κάποτε ρώτησαν τον μεγάλο γλύπτη Τζιακομέττι, τι θα έσωζε από ένα μουσείο αν έπιανε φωτιά. Τον γάτο του φύλακα ή έναν πίνακα του Ρέμπραντ. Κι εκείνος απάντησε «μα φυσικά τον γάτο, το ζωντανό πλάσμα. Τι να τον κάνω τον πίνακα;». Ο γάτος, είναι μία κιβωτός ζωής. Κατ’ αναλογία, η Μπάρτσα είναι το ζωντανό πλάσμα που πρέπει να διασώσουμε, ενθυμούμενοι πώς δημιουργήθηκε. Γιατί αυτή η Μπάρτσα γεννήθηκε επειδή υπήρχε κάποιος που δεν ξέχασε πως είχε δημιουργηθεί ο Αγιαξ του 70. Ο Γιόχαν Κρόιφ. Και την ανάμνηση αυτής της γνώσης, την μετέφερε σε μία ποδοσφαιρική «κιβωτό της διαθήκης» που βρήκε στην Βαρκελώνη. Το ωραίο είναι ότι αυτή η ανάμνηση δεν μπορεί να μετατραπεί σε κάτι άψυχο και να βρεθεί στην στολισμένη βιτρίνα ενός καταστήματος, έχοντας πάνω της μία τιμή. Γιατί ορισμένα πράγματα, ούτε πουλιούνται, ούτε αγοράζονται. Take five now…….