Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Take Five: Barcelona

Η αγγλική φράση του τίτλου, ενώ ταιριάζει μια χαρά σε αυτό που συνέβη την Δευτέρα το βράδυ στο Καμπ Νου, στην αγγλική γλώσα έχει μιά ιδιωματική χρήση. Είναι μία φράση που έλεγαν οι σκηνοθέτες στα μεγάλα αμερικανικά στούντιος από το τέλος της δεκαετίας του 40, όταν έκαναν ένα διάλειμμα στα γυρίσματα. Είναι μια φράση που χρησιμοποιείται ακόμη στον κινηματογράφο και την οποία ξεστόμισε κάποτε και ο Κ. Φέρρης –ο σκηνοθέτης του Ρεμπέτικου- όταν πρωτοείδε, ένα απόγευμα του Οκτωβρίου την παλιά πόλη του Στρασβούργου, την Petite France. Μία πολύ γραφική συνοικία. «Είναι» είχε πει «σαν το σκηνικό μίας ταινίας την ώρα που ο σκηνοθέτης έχει πει take five» δηλαδή «πέντε λεπτά διάλειμμα». Στην δημοφιλία της φράσης, συντέλεσε κι η πολύ μεγάλη επιτυχία που είχε ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια της jazz. Η ομώνυμη σύνθεση του Πολ Ντέσμοντ που έγινε μεγάλη επιτυχία από το κουαρτέτο του Ντέιβ Μπρούμπεκ, στον οποίο –κακώς- πολλοί πιστώνουν την σύνθεση. Το take five είχε μία ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα περισσότερα κομμάτια jazz της εποχής του, στα μέσα της δεκαετίας του 50. Ηταν γραμμένο σε ρυθμό 5/4, ασυνήθιστο για την μουσική πραγματικότητα εκείνου του καιρού και παρόλο που δεν ήταν η πρώτη jazz σύνθεση που γράφτηκε σε αυτό το μέτρο, ήταν η πρώτη που γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία, έτσι που σήμερα να θεωρείται κλασσική. Η φράση take five, νομίζω ότι θα πρέπει να συνοδεύει ή να προηγείται του ονόματος της Μπαρτσελόνα, όχι γιατί θα συνιστά κάποιο είδος «ποδοσφαιρικής ταρίφας» αλλά δίότι αυτή η ομάδα και το ποδόσφαιρο που παίζει τα τελευταία τρία χρόνια, είναι ένα διάλειμμα από το στεγνό, υπολογιστικό, άτεχνο και χωρίς φαντασία ποδόσφαιρο που παρακολουθούσαμε την τελευταία 15ετία. Ενα ποδόσφαιρο, που ιδίως μετά τον νόμο Μποσμάν υποτάχθηκε στην πρωταρχική σημασία του αποτελέσματος, η εξασφάλιση του οποίου σήμαινε κέρδος. Και όσο πιο πολλά νικηφόρα αποτελέσματα μαζεύονταν σε ένα κομπολόι ποδοσφαιρικής ανίας, τόσο πιο πολλά ήταν τα κέρδη, οι χορηγοί, οι πωλήσεις του merchandising, τα εισητήρια, οι διαφημίσεις, τα έσοδα από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, ο τζίρος στο στοίχημα, οι ποδοσφαιριστές σταρ. Αυτούς, τους τελευταίους ειδικά, μπορούσαν πολύ εύκολα να τους κατασκευάσουν τα media, για να τροφοδοτήσουν την διαρκώς αυξανόμενη απληστία του σταρ σύστεμ, που χρειάζεται συνεχώς είδωλα, για να υποστηρίζεται η κατανάλωση. Ολα για την πουτάνα την αγορά. Φάγαμε στην μάπα για χρόνια τον Μπέκαμ, όχι γιατί ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου αλλά γιατί πουλούσε καλύτερα και περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Γιατί προσέφερε στους διαφημιστές «διείσδυση» σε μία αγορά που ήταν μεγαλύτερη από το παραδοσιακό αντρικό κοινό των ποδοσφαιρικών αγώνων. Εφερνε στο γήπεδο –και σε όσους συνέδεσαν τα προιόντα τους με το ποδόσφαιρο- γυναίκες. Ενα κοινό με πολύ εντονότερες και πλατύτερες καταναλωτικές συνήθειες από ότι οι άντρες. Γι’ αυτό, άλλωστε έγινε και εξώφυλλο στο αγγλικό Marie Claire, ένα καθαρά γυναικείο περιοδικό. Οταν μετά από χρόνια οι ιστορικοί και οι κοινωνιολόγοι του μέλλοντος θα κοιτούν τα απομεινάρια της εποχής μας –φωτογραφίες, video, ιστοσελίδες, αναρτήσεις στο youtube, εικόνες, κείμενα, πρωτοσέλιδα, διαφημίσεις- ίσως και να θεωρήσουν ότι ο Μπέκαμ ήταν ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος του ποδοσφαίρου στο τέλος του 20ου αιώνα και στις αρχές του 21ου. Και αν συζητούμε για μία αποτίμηση της οικονομίας των σπορ, πιθανώς και να έχουν δίκιο. Αλλά το παιχνίδι είναι άλλο πράγμα.

Ο συνήγορος του παιχνιδιού.

Σε μία κοινωνία που εκπαιδeύεται να μετράει και να αξιολογεί τα πάντα με το χρήμα, την ιδεολογικοποίηση της νομισματικής σταθερότητας, τους χρηματιστηριακούς δείκτες, τα ποσοστά ανάπτυξης, μία κοινωνία που ταυτίζει την πρόοδο με την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, η Μπαρτσελόνα αποτελεί τον συνήγορο του παιχνιδιού. Και το παιχνίδι της, με την χαρά που προσφέρει, με την αισθητική απόλαυση, με αυτό το συνεχές φλερτ με την ποδοσφαιρική τελειότητα που θυμίζει αυτό το διαρκές και ανεπαίσθητο πήγαιν’-έλα της βάρκας με την σημαδούρα στην οποία είναι δεμένη, αυτό το παιχνίδι απελευθερώνει. Και απελευθερώνει γιατί υπηρετεί την κύρια και πρωταρχική φύση του παιχνιδιού που είναι η ψυχαγωγία, η αγωγή της ψυχής. Μά αγωγή που δεν μπορεί να ταυτισθεί με την κατανάλωση, με την απόκτηση ενός υλικού αγαθού που προσφέρει μία χαρά άπαξ και στεγνώνει τις ψυχές αλλά με κατι πολύ πιο «ευτελές», πιο «στιγμιαίο», το οποίο έχει μία δύναμη ασύλληπτη γιατί δεν έχει πρακτική χρησιμότητα, δεν μπορείς να το αγοράσεις και γι΄αυτό σου προσφέρει μία άφατη ικανοποίηση. Η Μπάρτσα και το παιχνίδι της, ανήκει σε όλο τον κόσμο. Κανείς μας δεν μπορεί να αγοράσει μία κάθετη μπαλιά του Τσάβι ή του Ινιέστα, μία προσποίηση του Μέσσι, μία κίνηση στον κενό χώρο του Βίγια, μιά αλληλουχία από πάσσες που έχουν την στερεότητα και σιγουριά μιας πινελιάς του Βαν Γκογκ, η οποία ξεκομμένη, δεν σημαίνει κάτι αλλά ενταγμένη μέσα στο θέμα, ολοκληρώνει ένα αριστούργημα. Η Μπάρτσα και το παιχνίδι της είναι ένα πεντάλεπτο διάλειμμα που έχουμε ανάγκη. Δυστυχώς, μόνο διάλειμμα. Οπως διάλειμμα ήταν ο Αγιαξ, η Βραζιλία του 70, η Ρεάλ του 57-60, η Ουγγαρία και η Χόνβεντ του 50-56 η Αρσεναλ του Τσάπμαν. Μετά την Μπάρτσα, η αυλαία θα πέσει και αντί για θεατρικό έργο, θα βλέπουμε πάλι θιάσους σκιών που θα προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι κάτι περισσότερο. Είναι η φύση, η ζωή και ο τρόπος που κινούνται τα πράγματα. Η αλυσίδα της Μπάρτσα, κάποια στιγμή θα σπάσει. Αρκεί, να εκλείψει ένας κρίκος.

Η αλήθεια της Μπάρτσα.

Και το γεγονός ότι θα σπάσει αυτή η αλυσίδα, δεν είναι κακό. Συμβαίνει με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς. Γεννιούνται και πεθαίνουν. Λένε πώς κάποτε ρώτησαν τον μεγάλο γλύπτη Τζιακομέττι, τι θα έσωζε από ένα μουσείο αν έπιανε φωτιά. Τον γάτο του φύλακα ή έναν πίνακα του Ρέμπραντ. Κι εκείνος απάντησε «μα φυσικά τον γάτο, το ζωντανό πλάσμα. Τι να τον κάνω τον πίνακα;». Ο γάτος, είναι μία κιβωτός ζωής. Κατ’ αναλογία, η Μπάρτσα είναι το ζωντανό πλάσμα που πρέπει να διασώσουμε, ενθυμούμενοι πώς δημιουργήθηκε. Γιατί αυτή η Μπάρτσα γεννήθηκε επειδή υπήρχε κάποιος που δεν ξέχασε πως είχε δημιουργηθεί ο Αγιαξ του 70. Ο Γιόχαν Κρόιφ. Και την ανάμνηση αυτής της γνώσης, την μετέφερε σε μία ποδοσφαιρική «κιβωτό της διαθήκης» που βρήκε στην Βαρκελώνη. Το ωραίο είναι ότι αυτή η ανάμνηση δεν μπορεί να μετατραπεί σε κάτι άψυχο και να βρεθεί στην στολισμένη βιτρίνα ενός καταστήματος, έχοντας πάνω της μία τιμή. Γιατί ορισμένα πράγματα, ούτε πουλιούνται, ούτε αγοράζονται. Take five now…….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου