Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

 ΚΑΡΙΜ.



Μία εβδομάδα μετά το Πάσχα. Στην αίθουσα τελετών του δημαρχείου είχε συγκεντρωθεί κόσμος. Ενας υφυπουργός, οι βουλευτές του νομού, δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία από την πρωτεύουσα, ο μητροπολίτης, αρκετοί από εκείνους που χαρακτηρίζονται «παράγοντες του τόπου», κάποιοι περίεργοι και οι κλακαδόροι του δημάρχου. Ηταν το δικό του σόου άλλωστε. Σε τέσσερις μήνες θα γίνονταν οι δημοτικές εκλογές. Κυνηγούσε την επανεκλογή με την επιθετικότητα καρχαρία που μυρίζει αίμα. Το κοινοτικό χρήμα που είχε πέσει τελευταία στην πόλη για να πολεμηθεί η οικονομική κρίση, τραβούσε καθε λογής αρπακτικά. Τα εγκαίνια του ξενώνα αστέγων που «συνέπεσαν» σχεδόν με την εξιχνίαση του τριπλού εγκλήματος, συμβάντος πρωτοφανούς στην ιστορία της πόλης, ήταν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για προβολή. Δεύτερης τάξεως. Είχε προηγηθεί η φιέστα με τα εκατό αρνιά την μέρα του Πάσχα. «Για τους άστεγους και όσους δοκιμαζονται». Μία υπενθύμιση στους ψηφοφόρους για την ώρα της κάλπης.
Ο διοικητής της αστυνομίας, αστυνομικός διευθυντής Α Κωνσταντίνος Μπαρούτας, βρισκόταν κι’ αυτός εκεί. Είχε πάρει μία εβδομάδα ενωρίτερα, υπηρεσιακώς, τα δικά του εύσημα. Του τηλεφώνησε, μάλιστα και ο ίδιος ο υπουργός για να τον συγχαρεί. Ηλπιζε τα εύσημα να εξαργυρώνονταν σε επιμήκυνση της παραμονής του στη θέση που είχε εδώ και πέντε χρόνια, μέχρι την συνταξιοδότηση. Τα είχε καταφέρει καλά ως τώρα χάρη στις διασυνδέσεις του δημάρχου -πρώην συναδέλφου στο σώμα- και σε δυο δικές του άκρες στο υπουργείο. Με τον δήμαρχο ήταν, πλέον, σαν το δάχτυλο με την βέρα. Η εταιρεία Prologo που είχαν συστήσει ο γαμπρός του με τον αδελφό της γυναίκας του δημάρχου, ήταν μία δυναμική εταιρεία εφοδιασμού, προβολής και μελετών. Ηταν η εταιρεία που είχε προσφερει τα αρνιά για το γλέντι του Πάσχα. Εταιρεία Κερδοφόρα. Ο  Μπαρούτας, φυσικά, είχε συμμετοχή στα κέρδη της Prologo. Και στα φανερά και στα «κρυφά». Αυτά που έρχονταν από το παλιό και έρημο εργοτάξιο του δήμου, για του οποίου την προστασία φρόντιζε ο ίδιος ο Αστυνόμος. Εκεί βρισκόταν μία μικρή «βιοτεχνία» επεξεργασίας της κοκκαίνης και της κάνναβης που έφερναν οι ιταλοί λαθρέμποροι, με το ιστιοπλοικό. Η Prologo, που ενίσχυε οικονομικά την εθνικιστική νεοναζιστική οργάνωση που στήριζε τον δήμαρχο, πέραν όλων των άλλων, λειτουργούσε μία χαρά και σαν πλυντήριο χρήματος αλλά αυτό, το γνώριζαν μόνον εκείνοι που έπρεπε.
Τους φύλακες του εργοταξίου είχε στρατολογήσει ο Μπαρούτας από την μεγάλη παλέτα της νύχτας. Ενα, δήθεν, ζευγάρι μεσήλικων που τους κτύπησε η κρίση, έμειναν άστεγοι και χωρίς δουλειά αλλά ο δήμος τους ανέθεσε την φύλαξη των εγκαταστάσεων. Μία φορά την εβδομάδα, η Prologo φρόντιζε για τον εφοδιασμό του ζευγαριού με τρόφιμα ή ό, τι άλλο χρειάζονταν. Κάποιος που θα έβλεπε τα πακέτα που άλλαζαν χέρια, δεν θα μπορούσε να εξηγήσει, γιατί η Prologo παρέδιδε τόσα πολλά τρόφιμα και αναλώσιμα για δύο μόλις άτομα. Βλέπεις, στην «βιοτεχνία», δούλευαν άλλα έξι άτομα. Δύο επιπλέον φύλακες και τέσσερις φυλακισμένες νεαρές μετανάστριες σε ενα υπόγειο του παλιού εργοταξίου που φυσικά, δεν «υπήρχε».
Ο Μπαρούτας κοιτούσε την αίθουσα που έχει γεμίσει ασφυκτικά και σκεφτόταν πόσο κινδύνευσαν όλα να τιναχτούν στον αέρα πριν τρεις μήνες, σχεδόν, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τον ίδιο και για τον δήμαρχο. Κατ’ επέκταση και για την ίδια την πόλη. Ευτυχώς που ο Γκιόκας, ο φύλακας, τον ειδοποίησε με το κινητό αμέσως όταν πήγε εκείνος ο μαλάκας ο λοχίας Νταούλης, με άλλους δύο. Νόμισαν πως θα μπορούσαν να ξεφορτωθούν εκεί το πτώμα του Καρίμ, του κωλόπαιδου του νιγηριανού που ηθελε να παίξει και στην εθνική. Αμέσως μετά το τηλεφώνημα, έδωσε τις βασικές οδηγίες και πήγε ο ίδιος εκεί να φροντίσει ώστε να μην ξεφύγουν τα πράγματα. Ο Γκιόκας είχε μείνει μέσα στο κεντρικό κτίριο της εγκατάστασης με κλειστά παράθυρα, χωρίς φως και με την πόρτα κλειδωμένη από μέσα, έτσι δεν μπορούσε να δει καθαρά, έξω. Ευτυχώς οι φονιάδες που πίστευαν ότι δεν έμενε κάποιος εκεί, τα έκαναν όλα βιαστικά. Εσπασαν το λουκέτο της εξώπορτας και έριξαν το πτώμα στην μικρή ξύλινη αποθήκη των εργαλείων που βρισκόταν δίπλα στην είσοδο. Μετά, αφού λογομάχησαν λίγο, έβαλαν φωτιά για να εξαφανίσουν τα στοιχεία και έφυγαν αμέσως. Η μπόρα που ξέσπασε λίγο αργότερα, τους χάλασε τα σχέδια αλλά ήταν επικίνδυνο να επιστρέψουν για να βεβαιωθούν ότι το πτώμα είχε καεί.
Την ταυτότητά των τριών, ο Μπαρούτας την ανακάλυψε αργότερα χάρη στην εμπειρία του, τον τρόπο που χειρίστηκε την κατάσταση και την μυστηριώδη βοήθεια ενός αγνώστου. Ενα σημείωμα μέσα σε ένα κίτρινο φάκελο, με την ένδειξη «προσωπικό», που ειχαν αφήσει γι΄αυτόν, στο γραφείο του. Πάνω σε ένα λευκό χαρτί τυπωμένη με γράμματα γραφομηχανής («μα καλά, ποιός χρησιμοποιεί γραφομηχανή στις μέρες μας;» είχε αναρωτηθεί τότε) βρισκόταν η άκρη του μίτου. Στο χαρτί υπήρχαν το νούμερο ενός στρατιωτικού οχήματος, η ημερομηνία που πετάχτηκε στην αποθήκη το πτώμα του Καρίμ, η ώρα και οι λέξεις «δύο πολίτες» και «λοχίας Νταούλης». Τίποτε άλλο. Κανείς δεν ήξερε πως έφθασε ο φάκελος στην αστυνομική διεύθυνση, στο γραφείο του. Καμία ένδειξη για την ταυτότητα του αγνώστου. Αυτό το τελευταίο δεν άφηνε τον Μπαρούτα σε ησυχία. Ο άγνωστος είχε δει. Αναμφίβολα. Το ότι ήταν τρεις οι δράστες και η ώρα που συνέβη το γεγονός, είχαν μείνει κρυφά από τους δημοσιογράφους. Ποιός ήταν, όμως ο άγνωστος και τι επιδίωκε; Βρισκόταν άραγε, σήμερα μέσα στην αίθουσα; Θα διεκδικούσε κάτι; Θα το μάθαινε αργά ή γρήγορα.  
Στους δύο μήνες που διήρκεσε η έρευνα μέχρι να παραλαβει τον κίτρινο φάκελο, δύο ακόμη πτώματα βρέθηκαν στο δρόμο του. Αυτές οι δύο δολοφονίες, κανονικά, δεν θα τον απασχολούσαν καθόλου. Τα θύματα όμως είχαν την ίδια καταγωγή με τον Καρίμ, πράγμα που μεγάλωσε τον ντόρο για «ρατσιστικά» εγκλήματα, λες και είναι ρατσισμός να θες ο τόπος σου, να μείνει καθαρός, ασφαλής, να σου ανήκει. Οπως προέκυψε στη συνέχεια, οι δολοφονίες έγιναν για να καλύψουν εκείνη του νεαρού νιγηριανού, χωρίς τα θύματα να έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Ο Νταούλης διάλεξε τα θύματα ελπίζοντας να φορτωθούν μαζί με τον Καρίμ στους νεοναζί. Οι τηλεοράσεις είχαν ήδη φτιάξει το κλίμα. Ο Μπαρούτας, πίστευε ότι οι λαθρομετανάστες είχαν εισβάλλει στην χώρα του και απειλούσαν την τάξη των πραγμάτων. Δεν θα επέτρεπε να διαταραχθεί υτή η τάξη και να κατηγορηθούν άδικα, οι μόνοι που είχαν καταλάβει το μέγεθος της απειλής και την αντιμετώπιζαν.
Οταν έγινε γνωστή η ταυτότητα του πτώματος, ξεσηκώθηκε όλο το μηντιακό σύμπαν της πρωτεύουσας και πολλοί μίλησαν για ρατσιστικό έγκλημα, συσχετίζοντάς το με τα υψηλά ποσοστά του κόμματος των νεοναζί, στην πόλη.  Ο Καρίμ, παιδί οικονομικών μεταναστών που είχαν μπει κρυφά στη χώρα, γεννήθηκε εδώ και πήγαινε σχολείο. Προικισμένος με ένα σπάνιο ποδοσφαιρικό ταλέντο από μία αλάνα κοντά στα τουβλαδικα, τα εργαστήρια παραγωγής τούβλων που ήταν κάποτε σήμα κατατεθέν της πόλης, βρέθηκε στην τοπική ομάδα και από εκεί στην εθνική νέων, όπου έλαμψε το ταλέντο του. Οι αθλητικές εφημερίδες γράφανε πληροφορίες ότι είχε ήδη πουληθεί για τρία εκατομμύρια σε μεγάλη γερμανική ομάδα και θα έφευγε το καλοκαίρι που θα έκλεινε τα δεκαοχτώ. Αλλά δεν πρόλαβε.
Στην επαγγελματική ομάδα ο Καρίμ ήταν μόλις τέσσερις μήνες και δεν είχε φίλους. Επιφυλακτικός και λιγομίλητος, μετά τα παιχνίδια και τις προπονήσεις, γύρναγε αμέσως σπίτι με το ποδήλατό του. Δεν είχε τσακωθεί ποτέ και με κανένα αν και έγινε λόγος για ένα ασήμαντο επεισόδιο στην προπόνηση. Ο ανηψιός του διοικητή της στρατιωτικής σχολής που αγωνιζόταν στην ίδια ομάδα και επέστρεφε στην αγωνιστική δράση μετά από ένα σοβαρό τραυματισμό, ήταν το άτομο που εμπλεκόταν στην παρεξήγηση. Τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον Καρίμ, ο Ηλίας αρκετά δημοφιλής ίδίως στις κοπέλες, σπούδαζε, δηλαδή κωλοβαρούσε στο τμήμα της Φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου που βρισκόταν στην πόλη. Δεν είχε δώσει αφορμές για κάτι αξιοπρόσεκτο, εκτός από κάποιες παρουσίες σε δυο τρεις εκδηλώσεις των νεοναζί στο Πανεπιστήμιο, χωρίς να εμπλακεί σε κάποια σύγκρουση ή σε βίαιο επεισόδιο. Ζούσε με την μητέρα του, που είχε μεγάλη οικονομική άνεση χάρη στο διαζύγιό της από έναν πολύ γνωστό οικονομικό παράγοντα της χώρας. Εμεναν μάλιστα σε μία μεζονέτα, κοντά στην στρατιωτική σχολή. Ο Σεράφογλου, ένας εξαίρετος στρατιωτικός όπως έλεγαν, ήταν διοικητής της στρατιωτικής σχολής, που είχε την έδρα της στην πόλη. Ο χαρακτηρισμός που συνόδευε τον συνταγματάρχη ήταν το «παγωμένος και κοφτερός σαν νυστέρι αλλά δίκαιος».
Στην αρχή, είχε περάσει από το μυαλό του Μπαρούτα η ιδέα ότι ο μικρός θα μπορούσε να είχε για κίνητρο την θέση του στην ομάδα. Δεν ήταν, όμως, τύπος που θα έκανε φόνο. Ηταν πολύ δειλός για τέτοια δουλειά, σε αντίθεση με τις κρυφές του παρέες. Τρεις μέρες αφότου είχε πάρει εκείνο τον κλειστό κίτρινο φάκελο με το όνομά του και την ένδειξη «προσωπικό», είχε βρεί την άκρη του νήματος που θα τον οδηγούσε στον Νταούλη και τον αδερφό του, που έκαναν και τους τρεις φόνους. Είχε επικοινώνήσει με το στρατόπεδο της σχολής και μίλησε με τον Επόπτη στρατοπέδου, έναν έφεδρο δόκιμο. Ο Σεράφογλου έλειπε στο ΓΕΣ στην πρωτεύουσα ενώ είχε αποχωρήσει και ο υποδιοικητής. Ζήτησε να μάθει αν είχε κυκλοφορήσει απόγευμα, εκτός στρατοπέδου, κάποιο στρατιωτικό όχημα, γιατί είχαν μία καταγγελία για εγκατάλειψη θύματος τροχαίου, που ήταν μάλιστα αστυνομικός ο οποίος δεν κινδύνευε πλέον. Εδωσε την ημερομηνία της δολοφονίας του Καρίμ, φροντίζοντας να «ψαρώσει» τον δόκιμο, δίχως να τον τρομάξει και φυσικά να αναφέρει ότι η αναζήτησή του σχετίζεται με την δολοφονία. Δύο ώρες μετά, ο δόκιμος του έδωσε τον αριθμό του στρατιωτικού τζιπ του διοικητή και ενός ακόμη που βγήκε από το στρατόπεδο για κάποιες συγκεκριμένες δουλειές, εντός πόλης αλλά, όπως του είπε στο τηλέφωνο ο δόκιμος, αν είχε συμβεί κάτι θα είχε αναφερθεί. Ο Μπαρούτας, ευχαρίστησε και απάντησε ότι μάλλον θα επρόκειτο για παρεξήγηση. Το νούμερο που είχε στείλει ο άγνωστος πληροφοριοδότης, ήταν ίδιο με εκείνο του οχήματος που «είχε βγει στην πόλη για δουλειές».
Αμέσως, έστησε το δίχτυ παρακολούθησης του Νταούλη αφού δεν ήθελε να βάλει στο παιχνίδι την στρατιωτική αστυνομία. Δεν περίμενε όμως ότι θα έπεφτε πάνω στον ανηψιό του Σαράφογλου, τον Ηλία. Μετά από ένα παιχνίδι κυπέλλου με μία ομάδα μικρότερης κατηγορίας που έληξε ισόπαλος, ο Νταούλης, που τον είχαν εντοπίσει και παρακολουθούσαν ήδη στις κινησεις του εκτός στρατοπέδου, περίμενε έξω από τα αποδυτήρια με τρεις κοπέλες για να πάρουν αυτόγραφο από τον Ηλία. Ηταν το πρώτο παιχνίδι μετά τον τραυματισμό του, που έπαιξε. Μπήκε αλλαγή και έχασε πέναλτι. Μάλιστα, ο Νταούλης που συνόδευε τις κοπέλες κάποια στιγμή πήρε απόμερα τον Ηλία και κάτι του είπε. Τρεις ώρες μετά, λίγο πριν τις 11 το βράδυ συναντήθηκαν για ένα δεκάλεπτο, κοντά στα τουβλάδικα, στον τσιγγάνικο συνοικισμό.
 Ο Μπαρούτας αμέσως μόλις του ανέφεραν την συνάντηση κατάλαβε ότι η σχέση του Ηλία με τον Νταούλη, ήταν το κλειδί. Η παρακολούθηση και του μικρού μπήκε στο πρόγραμμα και το επόμενο βράδυ συναντήθηκε πάλι με τον Νταούλη, κοντά στα τουβλάδικα. Τότε ήταν που αποφάσισε να συναντήσει τον Σεράφογλου. Του τηλεφώνησε το επόμενο πρωί και του ζήτησε να συναντηθούν εκτός υπηρεσίας, το βράδυ της ίδιας ημέρας, για ενα «λεπτό» ζήτημα. Η συνάντηση στο σπίτι του Σεράφογλου ήταν σύντομη. Του είπε πως επειδή υπήρχαν κάποιες ενδείξεις για την εμπλοκή του μικρού στην δολοφονία του Καρίμ, θα τον καλούσε στο γραφείο του την επομένη για μία διερευνητική κουβέντα. Ο Σεράφογλου, με ψυχρή ευγένεια, τον ευχαρίστησε για την ειδοποίηση και του ζήτησε να κάνει ότι προβλέπει ο νόμος και το καθήκον του. «Για μένα θα ήταν αδιανόητη κάθε χάρη ή εξυπηρετηση. Στις δημοκρατίες, ο Νόμος, πρέπει να ισχύει για όλους και όλοι είναι ίσοι απέναντί του» του είπε. «Ανεξαρτήτως καταγωγής, αξιώματος ή χρώματος».
Αυτό, το τελευταίο ακούστηκε κάπως περίεργα, στ’ αυτιά του Μπαρούτα. Εκείνο, όμως, που του έκανε εντύπωση ήταν η ψυχρότητα του Σεράφογλου για την τύχη του ανηψιού του. «Παγωμένος και κοφτερός σαν νυστέρι» σκέφτηκε ο αστυνόμος βγαίνοντας από το σπίτι του συνταγματάρχη. Το επόμενο πρωί, έφεραν τον ανηψιό του Σαράφογλου στο γραφείο του. Από εκείνη την στιγμή και μετά, η διερεύνηση κύλησε όπως το νερό του χείμαρου, μετά την νεροποντή. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο με όσα στοιχεία είχε να τρομοκρατήσει τον μικρό, που στην αρχή έκανε τον άνετο και ενοχλημένο αλλά έσπασε σαν οδοντογλυφίδα και τα ξέρασε όλα. Για τα στημένα κόλπα σε παιχνίδια του ποδοσφαιρικού στοιχήματος με την ομάδα της πόλης, στα οποία είχε πάρει μέρος. Για το νταραβέρι που έκανε ο Νταούλης ο οποίος είχε μεγάλα χρέη στον τζόγο. Είχε την βοήθεια του αδελφού του ο οποίος ηταν παράγοντας διαιτησίας και την συνδρομή ενός κοινού τους φίλου, ενός γεωργιανού που ήταν μπράβος σε ένα μαγαζί της πρωτεύουσας, όπου είχε έδρα το κυρίως κύκλωμα. Ο μικρός το έκανε για τα χρήματα. Ξόδευε προσεκτικά και σχεδίαζε να φύγει από το σπίτι γιατί η μητέρα του δεν του έδινε αρκετά να σκορπά και μισούσε τον θείο του. Τον Καρίμ, τον σκότωσαν γιατί αρνήθηκε να κάνει ότι και ο Ηλίας, όταν πήρε την θέση του στην ομάδα. Δεν ήθελαν να τον σκοτώσουν αλλά όπως τον κτύπησαν λίγο για να τον φοβήσουν, έπεσε και κτύπησε στο κεφάλι. Ετσι ισχυρίστηκε ο μικρός ότι του είπε, ο Νταούλης, επειδή ο ίδιος δεν πήρε μέρος στη δολοφονία, ούτε είχε πάει μαζί τους στο αμαξοστάσιο. Μετά την ομολογία του Ηλία, ο Μπαρούτας διέταξε να κρατήσουν τον μικρό στο γραφείο του φρουρούμενο, έδωσε εντολή να συλληφθεί ο Νταούλης και εφυγε αμέσως για την στρατιωτική σχολή να συναντήσει τον Σεράφογλου. Ο συνταγματάρχης, τον δέχθηκε αμέσως στο γραφείο του. Ευρύχωρο, φωτεινό, με μία μεγάλη βιβλιοθήκη, μία τροπαιοθήκη και ένα μικρότερο γραφείο, δίπλα στο παράθυρο. Δύο τυπικές πολυθρόνες επισκεπτών μπροστά από το γραφείο του συνταγματάρχη, με ένα μικρό τραπεζάκι ανάμεσά τους. Πίσω από το γραφείο, στον τοίχο, υπήρχαν μία εικόνα του Χριστού και από κάτω το έμβλημα της σχολής. Μόλις ο αστυνόμος μπήκε μέσα, ο Σεράφογλου, έκλεισε έναν φορητό υπολογιστή που βρισκόταν μπροστά του και σηκώθηκε. Παράλληλα, έδωσε εντολή σε έναν δεκανέα που καθόταν στο μικρό γραφείο με την γραφομηχανή, να σταματήσει την δακτυλογράφηση και να τους αφήσει μόνους. Ο αστυνόμος, του εξήγησε όσα είχαν προηγηθεί και τον ενημέρωσε για την επικείμενη σύλληψη Νταούλη για να διευθετηθεί το θέμα των αρμοδιοτήτων με την στρατιωτική αστυνομία. Ο Σεράφογλου δέχθηκε τα νέα ατάραχος, τον ευχαρίστησε και του είπε πως θα ειδοποιούσε την αδελφή του. Κατόπιν, τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους.
Ο Μπαρούτας, κοιτούσε ξανά την αίθουσα που χειροκροτούσε τον δήμαρχο και σκεφτόταν ότι το μέλλον τους, οι ζωές τους, η δική του και του δήμαρχου, θα  συνεχίζονταν αδιατάρακτες επειδή τρεις λαθρομετανάστες βγήκαν από την μέση. Τρείς ξένοι που δεν τους πήραν ό,τι είχαν φτιάξει με τόσο κόπο και κίνδυνο. Οσο σκεφτόταν, όμως, εκείνη την ημέρα στο γραφείο του Σεράφογλου, υπήρχε κάτι απροσδιόριστο, που τον ενοχλούσε και δεν μπορούσε να το εντοπίσει. Κάτι που έμενε κρυμμένο όπως ο άγνωστος πληροφοριοδότης. Θα περίμενε. Ο χρόνος, ήξερε, ότι ήταν σαν θαλασσινό νερό. Η άνωση πάντα σπρώχνει τα αντικείμενα προς την επιφάνεια.
Εφτασε στο αγαπημένο του μέρος. Το παρατηρητήριο πυρκαγιάς στο πευκοδάσος, πίσω από το στρατόπεδο. Εδώ δεν θα τον εντόπιζε ο συρφετός των καναλιών που είχε πλημμυρίσει την πόλη. Δεξιά του, απλωνόταν το  κομμάτι του δάσους πίσω από τον φάρο και μπροστά, μετά το απόκρημνο τελείωμα του λόφου, το πέλαγος. Αριστερά, στο τέλος του κατήφορου της πλαγιάς βρισκόταν το εργοτάξιο του Δήμου, στο μεγάλο ξέφωτο. Ενας χωματόδρομος, ομαλός ξεκινούσε από εκεί και έκανε μια μεγάλη στροφή πριν χαθεί πάλι στο δάσος και συνεχίσει στο πίσω μέρος της πλαγιάς, όπου δεν είχε ορατότητα. Ερχόταν εδώ, όποτε μπορούσε και παρατηρούσε για ώρα αμίλητος με τα κυάλια τη θάλασσα λες και περίμενε κάτι να φανεί. Η απήγγειλε από στήθους τον «επιτάφιο» του Θουκυδίδη. Ξεκινούσε από ένα τυχαίο σημείο του κειμένου και το ολοκλήρωνε κάνοντας κύκλο. Αυτή την φορά, ο συνταγματάρχης Σεράφογλου ξεκίνησε από την αρχή της τριακοστής εβδόμης παραγράφου. «..Χρώμεθα γαρ πολιτεία ου ζηλούσι τους των πέλας νόμους παράδειγμα δε μάλλον αυτοί όντες τισίν ή μιμούμενοι εταίρους. Και όνομα μεν...». 



















Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014



Η έννομη τάξη της αθλιότητας ή γράφοντας για την φρίκη.

“Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια

-Έτσι ζεις; -Ναι! Τι θες να κάνω·
τόσοι και τόσοι είναι οι πνιγμένοι
κάτω στης θάλασσας τον πάτο.
”

Γιώργος Σεφέρης.

Με νωπό ακόμη τον απόηχο της απάνθρωπης τραγωδίας στο Φαρμακονήσι σκέφτηκα ότι δεν ωφελεί να γράψεις για την φρίκη, όταν είναι τόσο μεγάλη που παγώνει τους ανθρώπους. Που σαν αόρατη και τεράστια πρόκα τους καρφώνει εκεί που βρίσκονται και δεν μπορούν να πάνε ούτε μπρος, ούτε πίσω. Που δεν μπορούν να σηκωθούν, δεν μπορούν να καθήσουν. Σκέφτηκα ότι δεν ωφελεί να γράψεις γι’ αυτούς που χάθηκαν προχθές, γι’ αυτούς που χάνονται συνέχεια τα τελευταία δέκα χρόνια στη Μεσόγειο ή σε γή, στέρεη, σε βουνά, δάση και πεδιάδες, προσπαθώντας να περάουν κάποια φανταστικά σύνορα, για να κρατήσουν ζωντανή μία μικρή φλόγα ζωής, στο «ξέφωτο της Ε.Ε.». Σκέφτηκα ότι δεν ωφελεί να γράψεις για την τόσο προκλητική περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής που οι κατοπινοί μελετητές της ανθρώπινης ιστορίας, μπορεί να θεωρήσουν ένα διαφορετικό είδος «τελικής λύσης» η οποία έχει το πλενοέκτημα να προσφέρει πολλαπλά άλλοθι. Η θάλασσα, ο καιρός, η νύχτα, οι ανθρώπινες δυνάμεις για την αστυνόμευση των συνόρων που δεν αρκούν, κάποιοι ασυνείδητοι λμενικοί, το κόστος διάσωσης, οι λαθρέμποροι, ο κίνδυνος ενίσχυσης της τρομοκρατίας (αυτό το εκστόμισε ένας κρετίνος με τον τίτλο «υπουργός προστασίας του πολίτη»).
Τόσα πολλά άλλοθι που ενισχύουν την απανθρωπιά, την υποκρισία και την αδιαφορία, εξορίζουν την έννοια της ευθύνης και συντηρούν την κατάφορη αδικία που βαφτίζεται έννομη τάξη, σύμφωνα με τους γραφειοκράτες. Αυτοί κάνουν την δουλειά των αφεντικών τους και εισηγούνται κοινοτικές οδηγίες με την ευκολία που τα πνιγμένα παιδιά σκάρωναν χάρτινα βαρκάκια και τα έριχναν στο νερό, για να ταξιδέψουν την ελπίδα τους. Δεν ωφελεί σκέφτηκα να γράψεις για όλους αυτούς που χάθηκαν, γιατί είναι δεδομένο ότι όλοι εκείνοι που προετοίμασαν αυτό το πλαίσιο το οποίο κοστίζει ανθρώπινες ζωές καθώς και εκείνοι που το αποδέχονται, δεν ενδιαφέρονται να το αλλάξουν. Δεν θέλουν. Σκέφτηκα, όμως, ότι ωφελεί να γράψεις για εκείνους που σώθηκαν ή θα σωθούν στο μέλλον, για να καταλήξουν στις Αμυγδαλέζες, σε τίποτε φραουλοχώραφα δουλεύοντας σαν σκλάβοι ή σε υπόγεια και γκαρσονιέρες αθλιότητας σημαδεμένοι από τον τρόμο του ρατσιστή που θα παραμονεύει. Με στολή ή χωρίς.
Σκέφτηκα, όμως ότι ωφελεί να γράψεις για όλους εκείνους που δεν γνωρίζουν γι’ αυτή την «έννομη τάξη της αθλιότητας» επειδή υπάρχουν τόσοι πολλοί που την επικαλούνται αλλά –σκοπίμως- αποκρύπτουν τι ακριβώς λέει. Σκέφτηκα ότι ωφελεί να γράψεις, πως αν μία χώρα που –υποθετικά- θα είχε την προεδρία της Ε.Ε., θα μπορούσε να επεξεργαστεί ένα άλλο πλαίσιο κοινού ευρωπαικού συστήματος ασύλου με έναν από τους βασικούς άξονες τον εξανθρωπισμό και την αποδοκιμασία της υποκρισίας. Ενα πλαίσιο που θα προέβλεπε την ισομερή κατανομή των βαρών όσων βρίσκονται στο στάδιο αίτησης ασύλου και διεθνούς προστασίας, με την παράλληλη εγγύηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των προσφύγων και την απαραίτητη χρηματοδότηση της λειτουργίας υπηρεσιών υποδοχής και καταγραφής στα σύνορα. Ενα πλαίσιο που θα πρόβλεπε ότι οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες θα μπορούσαν να εγκαθίστανται σε όποια χώρα της Ε.Ε. θέλουν, με το καθεστώς του πρόσφυγα που δικαιούται προστασία για πολιτικούς ή ανθρωπιστικούς λόγους.
 Σκέφτηκα πως ωφελεί να γράψεις κατι που οι πολλοί δεν γνωρίζουν μήπως σκεφτούν καθαρότερα. Ωφελεί να γράψεις, ότι το υφιστάμενο πλαίσιο προβλέπει το αίτημα του πρόσφυγα να εξετάζεται υποχρεωτικά, στην πρώτη χώρα εισόδου στην Ε.Ε. (αλλά δεν βρίσκονται όλες οι χώρες στα εξωτερικά σύνορα και δεν αποτελούν όλες «πύλες εισόδου»). Οτι το υφιστάμενο πλαίσιο προβλέπει, πως ο πρόσφυγας που αναγνωρίζεται ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας, είναι υποχρεωμένος να κατοικήσει στη χώρα που τον αναγνώρισε. Ωφελεί να γράψεις για τις πολιτικές επιλογές που δημιουργούν πρόσφυγες και για εκείνους που τις εισηγούνται. Για τα κίνητρα εκείνων που δημιουργούν χώρες-αποθήκες προσφύγων, για εκείνους που ενθαρρύνουν συμπεριφορές που λένε «θα σας κάνω την ζωή κόλαση για να μην τολμήσει κανείς να πλησιάσει εδώ».
 Είκοσι χρόνια πριν, η Ε.Ε εκπονούσε «μεσογειακές πολιτικές» για να εισάγει αγροτικά προιόντα από χώρες Μαγκρέμπ (Β.Αφρικής) με το πρόσχημα ότι ήταν φτηνότερα. Την ίδια στιγμή έδινε ενισχύσεις στους δικούς της αγρότες για να θάβουν τα δικά τους προιόντα στις χωματερές ή να εγκαταλείπουν τις καλλιέργειές τους. Ο στόχος της, που δεν ομολογούσε, ήταν να κρατήσει μακριά της πρόσφυγες που θα ζητούσαν δουλειά στο έδαφός της και παράλληλα να δημιουργήσει ένα πλεονάζον εργατικό δυναμικό στο εσωτερικό της, το οποίο θα ήταν απαραίτητο σε εκείνες τις χώρες οι οποίες θα εκμεταλλεύονταν τα «πλεονεκτήματα» της συνθήκης του Μάαστριχτ, ένα από τα οποία ήταν η "κινητικότητα". Το σχέδιο, δεν λειτούργησε και τώρα η Ε.Ε. είναι αναγκασμένη να πνίγει πρόσφυγες, να μεταβάλλει χώρες ολόκληρες σε αποθήκες ψυχών και να ταίζει τον μπαμπούλα του φασισμού, για να τον χρησιμοποιήσει ενάντια στους πολίτες της όταν δεν αποδέχονται την εξαθλίωση.
Από την άλλη θυμάσαι και το «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», δεν αντέχεις και το εκστομίζεις. «Ασε μας ρε Πρωταγόρα με τις μαλακίες σου. Ακου και λίγο Δένδια, Πλεύρη ή Πρετεντέρη να ξεστραβωθείς, καυμένε...”.

πηγή: Sportday 26-1-2014.

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013



                                  Ντόπα, πέραν πάσης αμφιβολίας.


Υπάρχει ένα ποσοστό ανοησίας που γυρνά πάνω από τα κεφάλια μας σαν ρυπογόνο νέφος. Και πάντα κινείται και απλώνεται όσο υπάρχουν εκείνοι που τους αρέσει να φυσούν, γιατί δεν γνωριζουν να κάνουν κατι διαφορετικό. Το ρυπογόνο νέφος αυτή την φορά, περιέχει το μυστικό της ντοπαρισμένης ομάδας. Οταν δεν έχεις ιδέα για το σύγχρονο περιβάλλον του ποδοσφαίρου, όπου στατιστική, διατροφολογία, τεχνολογία, εκγύμναση και ιατρική παρακολούθηση έχουν καθοριστική σχέση, τότε, ομάδα που παίζει όπως προχθές η Μπάγιερν ή όπως έπαιζε πριν λίγο καιρό η Μπάρτσα δεν είναι ντοπαρισμένη. (αν δεν είναι στημένη). Πέραν πάσης αμφιβολίας.
 Μην το συζητήσουμε, μου λέει με την άνεση που χαρίζει η απόλυτη βεβαιότητα. Θες Απόδειξη; Πολλές. Το συκώτι του Αμπιντάλ. Μετά, ο Βιλανόβα. «Μα ο Βιλανόβα, δεν παίζει» του λες. Ναι αλλά ομάδα είναι, τρώνε όλοι μαζί.  Αν έχεις αντέξει μέχρις εκεί, σηκώνεις ψηλά τα χέρια. I rest my case που λένε και στο χωριό μου. Εκείνος, συνεχίζει ακάθεκτος. Είναι τυχαίο που ο Μέσι "κάνει νερά" και η Μπάγιερν παίζει γαμώ τις μπάλες τώρα που πήγε εκεί ο Γκουαρντιόλα; «Μα, όλη τη χρονιά παίζει και στον τελικό, ήταν και πέρυσι. Ασε που την ομάδα την προπονεί ο Χάυνκες». Ξύπνα, μου λέει. Ο Χάυνκες δεν μπορεί να ξέρει τι τους βάζουν στο φαί. Και πέρα από αυτό, χρειάζεται και μία δοκιμαστική περίοδος για να δουλέψει η ντόπα. Και συνεχίζει την επιχειρηματολογία του. Πότε ανακοινώθηκε ότι ο Γκουαρντιόλα θα είναι στην Μπάγιερν; Τον Δεκέμβριο, πριν από την χειμερινή διακοπή. Γιατί; Για να έχει το χρόνο που χρειάζεται ώστε να δουλέψει το φάρμακο στην διακοπή. «Μα η Μπάγιερν είχε και καλά ματς, πριν την διακοπή. Αλλωστε μετά την ξεκούραση της διακοπής και το πέρασμα του χρόνου που απαιτείται για να χωνέψουν τον τρόπο παιχνιδιού, γίνονται όλο και καλύτεροι». Εισαι παράλογος μου λέει. Και πέρυσι είχαν διακοπή και πρόπερσι. Φέτος ωρίμασε το φρούτο; «Μα τώρα βρέθηκαν οι παίκτες όλοι μαζί και βρήκαν πατήματα και θέσεις» του λες. Δεν θες να καταλάβεις, σου απαντάει. Ο Γκουαρντιόλα είναι το κλειδί. Σε ξαναρωτάω. Ο Μέσι γιατί άρχισε να χάνει στροφές από τότε που έφυγε ο Πεπ; Σύστημα έχει ο Πεπ. Και στην Μπαρτσα το ίδιο έκανε. Αρχισε να δοκιμάζει το φάρμακο από τις ακαδημίες και τους αναπληρωματικούς που ήταν προπνητής. Είναι τυχαίο που είχε στην 11άδα 7 ή 8 παίκτες από τις ακαδημίες; «Δεν στέκεις» του λες. «οι ομάδες και ο τρόπος που θα παίξουν θέλει χρόνο για να χτιστεί. Τον Αγιαξ της περιόδου 71-73 αρχισαν να τον φτιάχνουν από το 67». Ε, αλλάξανε οι εποχές, σου λέει. Οι ντόπες τώρα ενεργούν πιο γρήγορα.
Λες από μέσα σου, δεν υπάρχει σωτηρία αλλά ας συνεχίσω να δω που θα βγει. «Και γιατί» τον ρωτάς «ο Γκουαρντιόλα και η ντόπα του να φύγουν από την Μπάρτσα και να πάνε στην Γερμανία και την Μπαγιερν;» Για δύο λόγους, σου λεει. Ο ένας είναι τα λεφτά. Και ο άλλος γιατί στην Ισπανία είχαν αρχίσει να τον καταλαβαίνουνε». Τα χρήματα; Μα δεν είχε πρόβλημα με τα χρήματα ο Πεπ στην Μπάρτσα. «Τόσα χρόνια δημοσιογράφος δεν έχεις καταλάβει ότι όσα και να παίρνεις, πάντα θες πιο πολλά. Αλλωστε, πολλά φράγκα που δεν φαίνονται και μιλάμε για εκατομμύρια θα πάρουν εκείνοι που φτιάχνουν το φάρμακο και έχουν τον Γκουαρντιόλα για μπροστινό, για ντίλερ. Τους γνώρισε από τότε που έπαιζε Ιταλία και τον έπιασαν ντοπαρισμένο. «Μα, δικαιώθηκε για εκείνο το ντοπάρισμα που ποτέ δεν έγινε» του λες. Μετά από τόσα χρόνια και με τα ενοχοποιητικά στοιχεία να έχουν ξεθωριάσει; Κι εγώ θα με αθώωνα ειδικά άμα είχα γίνει φίρμα και είχα και λεφτά δια παν ενδεχόμενο. «Σκέφτομαι. Πόσο ακόμη να τον αντέξω; Τελευταία ερώτηση. Και αφού τον κατάλαβαν στην Ισπανία, στην Γερμανία βλάκες είναι για να μην τον καταλάβουν;». Οταν σταμάτησε από την Μπάρτσα ο Γκουαρντιόλα, που πήγε; «Δεν πήγε πουθενά. Σταμάτησε για να ξεκουραστεί, να ξεφύγει από όλη την πίεση». Ναι, να ξεκουραστεί. Αλλά που πήγε; Στις ΗΠΑ, στη Νέα Υόρκη. Οικογενειακώς. Γιατί; Διότι εκεί θα αλλαζανε την σύσταση του φαρμάκου να μην ανιχνεύεται. Εκεί είναι η έδρα της μαφίας του φαρμάκου. Ασε που αμα είναι να ξεκουραστείς και μάλιστα οικογενειακώς, δεν πας Νέα Υόρκη. Την οικογένειά σου την παίρνεις μαζί είτε άμα φοβάσαι είτε αμα σε υποχρεώνουνε. Βάλε λίγο το μυαλό σου να δουλέψει, μου είπε και αφού σκούπισε τους μεζέδες του ούζου μου, έφυγε για το προπατζίδικο που δουλεύει.
 Τρέλα. Θα φορεθεί πολύ φέτος.